Υπερπολυτελή γιοτ στα ναυπηγεία του Περάματος και της Ελευσίνας

Λίγοι γνωρίζουν και ακόμα λιγότεροι έχουν δει τις υπερπολυτελείς θαλαμηγούς που τα τελευταία χρόνια επιλέγουν το Πέραμα, την Ελευσίνα ή τη Χαλκίδα για μετασκευές-επισκευές, συντήρηση ή ακόμα και ναυπήγηση. Mega yachts που περιλαμβάνονται στις κορυφαίες θέσεις της παγκόσμιας λίστας με τα μεγαλύτερα και ακριβότερα σκάφη.

Αυτή την περίοδο στο Πέραμα και στην Ελευσίνα βρέθηκαν περισσότερα από τέσσερα τέτοια πλοία, όπως το 133 μέτρων Al Mirqab και το 139 μέτρων Al Salamah, που κατατάσσονται στη 14η και 11η θέση της παγκόσμιας κατάταξης αντίστοιχα. Το δε 16ο μεγαλύτερο διεθνώς, το Maryah, «χτίστηκε» εξ ολοκλήρου το 2014 στα Ναυπηγεία Ελευσίνας, πάνω στη γάστρα ρωσικού ερευνητικού πλοίου πολωνικής ναυπήγησης του 1991 και κατά πολλούς δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από θαλαμηγούς που ναυπηγούνται στη Β. Ευρώπη. Αλλά δεν είναι μόνον τα Ναυπηγεία Ελευσίνας που έχουν κάνει τέτοιες δουλειές ή που επιλέγονται από τους ιδιοκτήτες των mega yachts για να κάνουν επισκευές. Τα Ναυπηγεία Χαλκίδας, τα Ελληνικά Ναυπηγεία Περάματος, το Ναυπηγείο Σπανόπουλου στο Πέραμα, το Ναυπηγείο Ψαρρού, η PrivatSea Marine Services στην Ελευσίνα και άλλοι εμφανίζονται να έχουν πλέον σημαντικά μερίδια στην αγορά της Μεσογείου προσελκύοντας δουλειές υψηλής προστιθέμενης αξίας, που με τη σειρά τους απασχολούν εκατοντάδες μικρότερους υπεργολάβους, σημειώνουν στην «Κ» οι ειδήμονες. Εμβληματικά yacht όπως τα προαναφερθέντα και το Topaz και το Turama, το 6ο και το 22ο στη λίστα με τα μεγαλύτερα του κόσμου του Boat International, αλλά και εκατοντάδες «μικρότερα» mega yachts και, βέβαια, η πλειονότητα των ελληνόκτητων θαλαμηγών και όχι μόνον συντηρούν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Η ύπαρξη τεχνογνωσίας μεταξύ των Eλλήνων εργαζομένων στα ναυπηγεία και των επιχειρήσεων του κλάδου, καρπός εμπειρίας δεκαετιών, θεωρείται απαράμιλλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Ετσι, η ελληνική ναυπηγoεπισκευαστική βιομηχανία, που προσδοκά πλέον ανάπτυξη και από την εμπορική ναυτιλία ελέω της εξαγοράς του ΟΛΠ από την Cosco, έχει επανακτήσει κάποια από την αίγλη της των περασμένων δεκαετιών. Οπως στις αρχές της δεκαετίας του ’70 όταν από τις γιάρδες των ναυπηγείων Σκαραμαγκά, επί εποχής ιδιοκτησίας Σταύρου Νιάρχου, έπεφταν στο νερό τα 115 μέτρων mega yachts Atlantis I και Atlantis ΙΙ που παραμένουν ακόμα στο Top 20 διεθνώς. Μάλιστα, το ένα εξ αυτών έχει αγοραστεί από τη σαουδαραβική βασιλική οικογένεια, μετονομαστεί σε Issham Al Baher και παραμένει δεμένο στην μαρίνα του Λαυρίου. Και σε αυτό το σημείο, στις ελληνικές μαρίνες δηλαδή, κρύβεται και ο ένας εκ των βασικών λόγων που κρατά ζωντανή την παραπάνω ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα. Με τις ελληνικές θάλασσες κορυφαίο προορισμό για yachting παγκοσμίως και την εγγύτητα της χώρας με τα κράτη του Περσικού Κόλπου, τη Ρωσία και την Ευρώπη, η επιλογή των ελληνικών μαρίνων ως έδρα αυτών των θαλαμηγών για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου κερδίζει συνεχώς έδαφος. Αυτός είναι και ο λόγος του αυξημένου επενδυτικού ενδιαφέροντος για τη μαρίνα του Αλίμου που σχεδιάζεται να ιδιωτικοποιηθεί φέτος και την είσοδο προ ολίγων ετών στρατηγικών επενδυτών στη μαρίνα του Φλοίσβου.

katimerini

φωτογραφία: Ναυπηγείο Τσαγκαρινός